Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2008

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ


Οι θάλασσές του δεν είναι οι θάλασσες των τουριστικών φυλλαδίων. Οι δικές του είναι αγριεμένες και μοναχικές. Τα δικά του καράβια δεν ήταν πολυτελή κρουαζιερόπλοια, αλλά καρβουνιάρικα και πειρατικά που 'χαν τα φανάρια τους στην πρύμνη. Ο δικός του ήλιος δεν μαυρίζει αγαλματένια κορμιά…Είναι σκληρός, ανελέητος…
Βυθιζόταν στην ψυχή ενός κόσμου όπου το σημαντικό στοιχείο είναι ότι είναι και ο ίδιος μέρος του: τα μπάρ των λιμανιών, τα κακόφημα σπίτια, οι κοινές γυναίκες, τα καταγώγια, το αλκοόλ, οι θερμαστές, οι μάγειροι, οι μηχανικοί, οι άνθρωποι που προσπαθούσαν όπως και ο ίδιος να καλλωπίσουν το βασανισμένο κορμί τους με τα ανεξίτηλα σημάδια του τατουάζ.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ


Στο Γιώργο Θεοτοκά

Έβραζε το κύμα του γαρμπή.
Ήμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη·
γύρισες και μου 'πες πως το Μάρτη
σ' άλλους παραλλήλους θα 'χεις μπει.
Κούλικο στο στήθος σου τατού,
που όσο κι αν το καις Δε λέει να σβήσει.
Είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού.
Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του νότου με τα στράλια.
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό.
Το Άλφα του κενταύρου μια νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου.
Μου 'πες με φωνή ετοιμοθανάτου:
- Να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά.
Άλλοτε απ' τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες, τρεις μήνες στην αράδα,
με του καπετάνιου τη μιγάδα,
μάθημα πορείας νυχτερινό.
Σ' ένα μαγαζί του Nossi Bι
πήρες το μαχαίρι, δυο σελλίνια,
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψε σα φάρου αναλαμπή.
Κάτου στις αχτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι.
Τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και τ' ωραίο γλυκό της Κυριακής.